Λέξεις που δεν υπάρχουν στα λεξικά που κυκλοφορούν
Αθλιόφυτο, το
Διακοσμητικό φυτό σε δημόσιες υπηρεσίες, τράπεζες και άλλους χώρους δημόσιας χρήσης που κανείς δε φροντίζει και γι αυτό έχει τα μαύρα του τα χάλια. Φημολογείται ότι η αυτοκτονία του Καρυωτάκη οφείλεται στην παρουσία αθλιόφυτων στη δημόσια υπηρεσία όπου εργαζόταν στην Πρέβεζα.
Απλυτήρι, το
Το ποτήρι που αφήνουμε δίπλα στο νεροχύτη για να πίνουμε νερό, ώστε να ΅η βγάζουμε καθαρό από το ντουλάπι κάθε φορά. Να σημειωθεί, ότι η λέξη δεν έχει πληθυντικό. Αν είναι πάνω από ένα, τότε λέγονται σκέτο «άπλυτα ποτήρια».
Αφαναροψία, η
Οφθαλμολογική πάθηση ορισμένων Ελλήνων οδηγών κατά την οποία το κόκκινο και το πορτοκαλί των φωτεινών σηματοδοτών θεωρούνται αποχρώσεις του πράσινου, οπότε δεν προκύπτει λόγος να σταματήσουν.
Γκαλαξίλα, η
Η χαύνωση και η κατατονία που σε πιάνει όταν ακούς Γκάλαξι FM για πάνω από δυο ώρες. Πολλά θανατηφόρα δυστυχήματα στις εθνικές οδούς οφείλονται σε γκαλαξίλα.
Γουστέλλειψη, η
Η επιστημονικά ανεξήγητη πάθηση από την οποία υποφέρουν ορισμένοι συνάνθρωποί ΅ας κατά την οποία νομίζουν ότι το λαχανί συνδυάζεται επιτυχώς ΅ε το κόκκινο της φωτιάς ή, εδώ που τα λέμε, ΅ε οποιοδήποτε άλλο χρώμα.
Δεγράφυλοι, οι
Ο στόλος των στυλό που φυλάμε στη μολυβοθήκη ΅ας, παρότι έχουν πάψει από καιρό να δουλεύουν. Έχει παρατηρηθεί πως κάθε φορά που πρέπει να γράψουμε στα γρήγορα κάποιο τηλέφωνο ή μια άλλη πληροφορία, πιάνουμε δεγράφυλο και τσαντιζόμαστε, οπότε ΅ας έρχεται να τους πετάξουμε. Παραδόξως ό΅ως, δεν τους πετάμε αλλά τους ξανατοποθετούμε στη θέση τους.
Δολιοκλωστή, η
Ύπουλη κλωστούλα που κρέμεται από κάποιο είδος ρουχισμού και που μόλις τραβάς για να την κόψεις, καταλήγεις να ξηλώσεις το μισό ρούχο.
Επισκεπτολογίες, οι
Οι δικαιολογίες που εκφράζουμε για το χάος που επικρατεί σπίτι ΅ας σε επισκέπτη προτού προλάβει εκείνος να πει τίποτα. "Συγγνώμη για το χάος που βλέπεις αλλά δεν πρόλαβα να μαζέψω", είπε ο Πέτρος χωρίς καμιά πειστικότητα.
Ζαρχίδης, ο
Αυτός που κουνά τα ζάρια για 3 λεπτά, τα φυσά, τα ευλογεί, τους κάνει τρισάγιο και. εκνευρίζοντας μέχρι φόνου ή αυτοκτονίας τους συμπαίκτες του. Ζαρχιδιά. "Αν είναι ν' αρχίσεις τις συνηθισμένες ζαρχιδιές σου, θα παίξω ΅ε τον Μπάμπη", προειδοποίησε ο Μήτσος τον φίλο του στο καφενείο.
Ημιαλεξιβρέχομαι, ρ. α΅ετί.
Μοιράζομαι ΅ε κάποιον την ίδια ομπρέλα, αφού υπάρχει ΅όνο ΅ία, οπότε καταλήγουμε κι οι δύο να έχουμε από ένα βρεγμένο ώμο, αλλά γινόμαστε καλύτεροι φίλοι.
Ισορροπητήρι, το
Αυτό το κάτι (καπάκι ΅πύρας, πετρούλα, ξυλαράκι) που επιστρατεύουμε για να φέρουμε ένα τραπέζι που τραμπαλίζει στα ίσια του σε λαϊκά ταβερνάκια. "Θα ΅ας φέρετε πρώτα λίγο νερό κι ένα ισορροπητήρι;"
Καμικαζέντομο, το
Έντομο, κυρίως μυγάκι, που έχει ταχθεί να αυτοκτονήσει μέσα στον καφέ σου ή στο κρασί σου και δε λέει να φύγει μέχρι να πέσει μέσα. Ορισμένα κα΅ικαζέντομα έχουν ως σκοπό ζωής να εξερευνήσουν τα ρουθούνια σου.
Κρετινερωτήσεις, οι
Ερωτήσεις ΅ε πασίδηλες απαντήσεις που συνηθίζουν να κάνουν οι δημοσιογράφοι σε δύσμοιρους πολίτες. Οι εν λόγω ερωτήσεις καταδεικνύουν περίτρανα ότι οι δημοσιογράφοι έχουν IQ φρυγανιάς. Πχ Σε κάποιον που μόλις έχει πέσει από τον έκτο όροφο: Πονάτε; Σε κάποιον που μόλις έχασε μάνα, πατέρα, τρία αδέρφια και το σκυλάκι του σε αυτοκινητιστικό: Πώς αισθάνεστε;
Κτελοντούρι, το
Το είδος ελεεινής μουσικής που σε κρατά ξύπνιο σε νυχτερινά ταξίδια ΅ε τα ΚΤΕΛ. Το μεγαλύτερο μέρος της άγρυπνης νύχτας το περνάς αναρωτώμενος πώς είναι δυνατόν ο οδηγός να είναι στα ντουζένια του στις 4 η ώρα το πρωί.
Λακκουβάραθρα, τα
Λακκούβες γεμάτες νερό στους αθηναϊκούς δρόμους οι οποίες μπορεί και να αποτελούν πύλες εισόδου στα έγκατα του άδη, οπότε καλό είναι να τις παρακάμπτετε και όχι να πατάτε μέσα τους.
Ματισκύψιμο, το
Η ανόητη, ανώφελη συνήθεια να σκύβουμε πέντε εκατοστά το κεφάλι όταν περνάμε μπροστά από άλλους θεατές σε σινεμά ή θέατρο ώστε να φτάσουμε στη θέση ΅ας, λες και ο υπόλοιπος όγκος ΅ας φάτσα φόρα δεν τους ενοχλεί.
Μελλοχρήσιμο, το
Αντικείμενο πασιφανώς άχρηστο, το οποίο το φυλάω κάπου γιατί ίσως στο μέλλον φανεί χρήσιμο. Αποτελεί συμπαντικό κανόνα ότι τα μελλοχρήσι΅α, όταν τελικά τα χρειαστούμε στο μέλλον, ποτέ δε θυμόμαστε πού τα έχουμε βάλει.
Ξούρλο, το
Το κατώτερο ζωικό είδος Χαζογκό΅ενους Ξάνθους Ξάνθους, συγγενές ΅ε την αμοιβάδα, που απαντάται σε πρωινές τηλεοπτικές εκπομπές και που αναπαράγεται σαν κουνέλι, δυστυχώς όμως δεν είναι εξίσου νόστιμο. Το κυνήγι του ζώου αυτού επιτρέπεται όλο το χρόνο επειδή ο πληθυσμός του έχει αυξηθεί υπερβολικά και απειλεί την καλλιέργεια του τόπου (την πνευματική).
Ουραλπισία, η
Η κατάθλιψη κι απελπισία στην οποία περιέρχεται κανείς όταν για πολλοστή φορά επιβεβαιώνεται η ανικανότητά του να επιλέξει την πιο γρήγορη ουρά σε σούπερ μάρκετ ή τράπεζες και την οποία επεκτείνει και σε άλλους τομείς της ζωής του (λ.χ. Εμένα κανείς δε ΅'αγαπά, μια ζωή γκαντέμης κ.ο.κ.).
Πουπήγιο, το
Οποιοδήποτε λιλιπούτειων διαστάσεων εξάρτημα (βίδα, παξιμαδάκι κ.α.) αφαιρώ από ηλεκτρική ή ηλεκτρονική συσκευή την ώρα που την επισκευάζω, το οποίο ΅ου πέφτει από τα χέρια και μετά περνάω το υπόλοιπο μισάωρο ψάχνοντάς το στο πάτωμα, συνήθως σε μωσαϊκό όπου είναι ακόμα πιο δύσκολο να το βρω. Ο Αντώνης είδε το πουπήγιο να του γλιστράει από το τραπέζι και κοίταξε αμέσως να δει πού πάει αλλά δεν πρόλαβε, οπότε καταράστηκε την τύχη του και έπεσε στα γόνατα να το βρει.
Ραμπωτές, οι
Κομμωτές που έχουν το τακτ και την ευαισθησία του Ρά΅πο σε εξόρμηση στο Βιετνάμ και που σε κουρεύουν όπως θέλουν εκείνοι παρά τα δάκρυά σου. Οι Ρα΅πωτές αξίζουν να πάθουν ό,τι έπαθε η καριέρα του Συλβέστερ Σταλόνε.
Ριαλόνειδος, το
Η άφατη, αβάσταχτη ντροπή αν δεις συγγενή σου, έως και τρίτου βαθμού σε ριάλιτι σόου.
Σκουπευκαιρία, η
Όταν, κατά το σκούπισμα ΅ε ηλεκτρική σκούπα, περνάω ένα κομμάτι χνούδι ή κλωστούλα τουλάχιστον δέκα φορές ΅ε τη σκούπα αλλά δεν το ρουφάει, οπότε τελικά σκύβω και το πιάνω, το εξετάζω και μετά το ξαναρίχνω χάμω για να δώσω μια ευκαιρία στη σκούπα να το πιάσει.
Σφουγγαροπερπατώ, ρ.
Το γελοίο και εντελώς ανώφελο βάδισμα που υιοθετούν όσοι πρέπει να περάσουν πάνω από μια επιφάνεια που μόλις έχει σφουγγαριστεί, περπατώντας ελαφρώς στα νύχια. Ας σημειωθεί ότι σφουγγαροπερπατάμε ΅όνο αν είναι παρούσα η καθαρίστρια.
Υδροτηλέφωνο, το
Τηλεφωνική συσκευή που είναι προγραμματισμένη να χτυπά δυο λεπτά αφότου ΅πεις να κάνεις μπάνιο. Το υδροτηλέφωνο είναι επίσης προγραμματισμένο να σταματήσει να χτυπά μόλις το σηκώσεις, ενώ στάζεις νερά παντού και κινδυνεύεις από πνευμονία.
Υπουλεγγίζω, ρ.
Προσπαθώ να προσεγγίσω κάποιον που ΅ε ενδιαφέρει ερωτικά σε πάρτι ή άλλη κοινωνική περίσταση χωρίς όμως να αποκαλύψω το ενδιαφέρον ΅ου και γίνω ρεζίλι σε περίπτωση που το ενδιαφέρον δεν είναι αμοιβαίο. Η Λένα υπουλέγγιζε τον Τάσο όλο το βράδυ, αλλά το έκανε τόσο προσεκτικά που εκείνος δεν πήρε χαμπάρι κι έτσι τον κέρδισε μια ξέκωλη που του τα έριξε χύμα.
Φυσοτρώω, ρ. .
Όταν από τη λαιμαργία ΅ου προσπαθώ να φάω κάτι που ακόμα αχνίζει και το βάζω στο στόμα ΅ου οπότε αναγκάζομαι να κρατάω το στόμα ΅ου ανοιχτό και να φυσάω και να ξεφυσάω ελπίζοντας να δημιουργήσω ρεύματα αέρος που θα ψύξουν την άτιμη μπουκιά ΅ου. Ενίοτε βγάζω και άναρθρους ήχους, οι πιο ηλίθιοι δε, κουνούν την παλάμη τους μπροστά απ' το στόμα, λες κι αυτό βοηθάει.
Χεστικός, -η, -ο
Οποιοδήποτε ανάγνωσμα (περιοδικό, εφημερίδα, βιβλίο, οι οδηγίες στη συσκευασία της χλωρίνης ή του σαμπουάν) που φυλάσσεται στην τουαλέτα προς χρήση κατά την ώρα της αφόδευσης. Ο Φαίδων είχε ήδη διαβάσει όλα τα χεστικά, ακόμη και τα τασιενεργά συστατικά του Τάιντ, και μετάνιωσε που δεν είχε πάρει μαζί του την εφημερίδα.
Ψευδοπτώματα, τα
Το είδος αθώων ψεμάτων που αναγκάζεσαι να πεις σε όποιον ζητά τη γνώμη σου για κάτι που φορά αλλά δεν μπορείς να του πεις στα ίσα ότι είναι άθλιο διότι δεν τον ξέρεις αρκετά καλά.
Ψυγγιές, οι
Οι φωνές του περιπτερά να κλείσεις το ψυγείο.